|
ΑΣΣΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΘΝΙΚΟΣ Ποίημα για τον Εθνικό θέλησα για να γράψω τζι ήρτεν η Άσσια μας ομπρός, ο πιο μεάλος μου καμός, εκόντεψα να κλάψω. Ήρτεν στον νου μου ο τζιαιρός, κάμποσα χρόνια πίσω, παίχτης τζιαι γιω στον Εθνικό, έμαθα να διεκδικώ σωστά, για να κερτίσω. Τζιαι έπαιρνα μαθήματα για τη ζωή, το ξένο, ήττες τζιαι νίκες να μετρούν, κάτι να έχουσιν να πουν το όμορφον, τ' ωραίο. Να 'μαι πιστός, να 'μαι σωστός, στην τάξην των αδρώπων. έδειξε στράτες φωτεινές να δω αξίες πρωτινές, να μεν αλλάξω τρόπον. Έδωκέν μου παραντζιελλιάν να 'μ' ένας στρατιώτης, στες δυσκολίες παλαιστής τζιαι της ζωής μου ποιητής, να 'μαι σωστός Ασσιώτης. Όμορφα που περνούσαμε, κάμποσες οι χαρές μας, μα τζιαι μαράζια φανερά, που μας εκόφκαν τα φτερά, μπαίνουν μες στες καρκιές μας. Ο τόπος που με γέννησεν τζι ο Εθνικός αντάμα, σκόλαζε πάνω τους καλά, ποιος που τους δκυο χαμογελά; Εν φορτωμένοι κλάμα. Σήμερα γι' άλλου σήκωμα μπαίνει θεμέλιος λίθος, μα την αλήθκεια μου θα πω, αντί χαρά θλίψη θωρώ στου Εθνικού το ύφος. Σε ξένην γην εν να χτιστεί, για τούτον μαραζώνει, σφίγγεται μέσα η καρκιά, ξέρω που μέσα της βαθκιά πολλά εν που παλλιώνει. Εν έσιει ρίζες δαχαμαί ο Εθνικός μας φίλος. Στην Άσσιαν εν ο θεμελιός λαλούν τα δκυο του σιείλη. Άσσια σημαίνει Εθνικός, πέτε μ' αν έχω λάθος, ίδια η ταυτότητα, ίδια η ποιότητα, το νόημαν, το βάθος. Πικρίαν τζιαι παράπονον εν πο'ν' ξισιειλισμένοι που πήραν τους την πολοήν, άλλωσπως ήτουν στη ζωήν στην Άσσιαν μαθημένοι. Ασσιώτες τζιαι Ασσιώτισσες, αγαπητοί μου φίλοι, έναν εν που 'χουσιν να πουν με τούτα ούλλα που ακούν τρεμάμενα τα σιείλη. Τίποτες εν ετέλειωσεν, εμείς ακόμα ζιούμεν τζι όσον ο νους μας σκέφτεται, πάει ποτζιεί μα στρέφεται, με λόγια εν μεθκιούμεν. Ν' αλλάξει τζιαι που μέσα μας ποιος την καρκιάν μας μπόρει, που ττακκουρά σαν την πελλήν, σαν ναν' τζι εν μέσα σε τζιελλίν που έμπην με το ζόρι. Βαστάτε σαν τον Εθνικόν που 'σιει τη δάδα σήμαν, κάλεσμα να ξυπνήσουσιν, έχουμε να κερτίσουμεν λαλώ σας που το βήμαν. Οι τόποι μας με τον τζιαιρόν πάσιν να ξιαστούσιν, ο φος παραμερκάζει μας, φταίμεν εμείς ταιρκάζει μας, ό,τι τζιαι να μας πούσιν. Στέκει σωστός ο Εθνικός σαράντε πέντε χρόνια τζιαι δείχνει την αξίαν του με την σωστήν πορείαν του, έτσι θα ζιει αιώνια. Κρατεί την Άσσιαν ζωντανήν στα μμάδκια, στην ψυσιήν μας, τζιαι συνοδεύκ' ορόματα, μεν ξιαστούν τα χώματα, δκια πίστην στην ευτζιή μας να μείνουμεν ακλόνητοι, πιστοί, να μεν χαθούμεν. Η Άσσια μας μας καρτερά, ν' ανοίξουν τα φτερά ν' απολευτερωθούμεν.
(Σημ. 17/4/2011 Θεμέλιος Λίθος Νέου Οικήματος Εθνικού Άσσιας)
ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
Άσσια, θωρώ σε πόμακρα με τον μυαλόν, τα μμάδκια, μα εν ακούω κανενού πως κάμνουν σε κομμάδκια. Που το μαράζιν εν λαλείς το δει σου να ψηλώσεις, εν έσιεις τίποτε να πεις, τίποτε να δηλώσεις. Εγώ τουρίστας να σε δω εν επήα, το ξέρεις, μα την αλήθκεια να μου πεις, να μου τη μεταφέρεις. Σηκώνεις να 'ρτω, Άσσια μου, ποτζιεί να πελλετήσω, στα φυλλοκάρκια σου να μπω, τζιαι πάνω σου να ντζιίσω; Αφήνουν με τες στράτες σου εγιώ να ψηλαφήσω, να τους ζητήσ' αφήννουν με κοντά σου για να ζήσω, ώσπου να' ρτεί το τέλος μου να 'μαι μιτά σου ταίρι, να πάψει τζι η καρτούλλα μου άλλο να υποφέρει; Αφήννουν με στην εκκλησιά τ' Άη Γιωρκού να ψάξω, κάθε μαράζι της καρκιάς που μέσα μου να βκάλω; να κάτσω εις τους καφενές με χωρκανούς αντάμα, του Πλάστη μου Ευκαριστώ να πω για τού'ν το τάμα; Άσσια μου που σ' αγάπησα τζιαι σφίγγουμαι μεν κλάψω, έκαμα όρκο μέσα μου, μαύρα εθ θα τα βάψω. Εν ν' αγωνίζουμαι για σεν, πίσ' ώσπου να στραφούμεν, σαν τα πουλιά στη μάνα τους να ξανασυναχτούμεν. Σ' τούτην τη γην την ακριβή να βασιλέψ' ειρήνη, π' όξω που το βασίλειον της κανένας να μεν μείνει.
ΠΑΙΔΕΜΜΑΤΑ
Γιατί π' ακούω τ' όνομαν, τα μμάδκια μου γεμώννουν, σαν να τζιαι μες στη φυλακή, ψυσιή μου, σε βαώννουν; Γιατί αναστενάματα σαν φίδκια ποφυσούσιν, θύμηση ζωντανεύκουσιν, δίπλα, μιτά μου ζιούσιν; Γιατ' εν μπορώ με μιαν κλοτσιά, να δκώξω που κοντά μου το παρελθόν που τζιυηνιά ούλλα τα στρώματά μου; Άραγες εν που σ' αγαπώ, που το μυαλόν εν φκαίννει, δκιας μου δουλάππιν, εν φεύκεις, τζιαι τα λαμπρά μ' αφταίννεις; Άσσια μου, εν με ξαπολάς, σαν νόσος εν που 'γίνης, μιαν ομπροστά, μιαν ταπισόν μόνον μου εν μ' αφήννεις. Έτσι περνούν οι μέρες μου, οι νύχτες με παιδεύκουν, ούλλον ορόματα για σεν' θωρώ τζιαι με μαγεύκουν. Τζιαι δκιας μου, άμα χρειαστώ, τη δόσην που μου πρέπει, την πομονήν να καρτερώ τον Πλάστην που με γλέπει, να κάμει ό,τι εν σωστόν να σμίξουμεν σαν πρώτα, την φτωσιικήν ελπίδα μου να άψουσιν τα φώτα.
|